Με υψηλότερες πληρότητες, αυξημένες τιμές διανυκτέρευσης και σημαντική βελτίωση των αποδόσεων κινείται το 2026 η αγορά βραχυχρόνιας μίσθωσης στη Θεσσαλονίκη. Το έσοδο ανά διαθέσιμη διανυκτέρευση καταγράφει άνοδο 12,8%, ενώ η μέση τιμή έχει φτάσει τα 65 ευρώ, παραμένοντας ωστόσο περίπου 33% χαμηλότερη από εκείνη του κέντρου της Αθήνας. Την ίδια στιγμή, η αγορά εισέρχεται στη φθινοπωρινή περίοδο με συγκρατημένη αισιοδοξία, καθώς οι μεγάλες εκθέσεις και οι διοργανώσεις στηρίζουν τη ζήτηση, αλλά οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής και οι αλλαγές στις αεροπορικές συνδέσεις δημιουργούν νέα δεδομένα για τους ιδιοκτήτες και τους διαχειριστές καταλυμάτων.
Την εικόνα της αγοράς, τις διαφοροποιήσεις στις τιμές και τις προοπτικές για τους επόμενους μήνες περιγράφει στο BnBNews.gr ο Δημήτρης Μίσσας, Σύμβουλος Εταιρικών Συμμετοχών & Ανάπτυξης Επιχειρήσεων Φιλοξενίας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του STAMA, παρουσιάζοντας στοιχεία για την πορεία των βραχυχρόνιων μισθώσεων έως τον Σεπτέμβριο του 2026. Όπως εξηγεί, η Θεσσαλονίκη εμφανίζει βελτίωση τόσο στην πληρότητα όσο και στη μέση τιμή διανυκτέρευσης, γεγονός που ενισχύει τη συνολική απόδοση των καταλυμάτων. Ωστόσο, η θετική εικόνα δεν σημαίνει ότι όλα τα ακίνητα αποδίδουν με τον ίδιο τρόπο, καθώς η τοποθεσία, η ποιότητα, οι παρεχόμενες υπηρεσίες και οι ημερομηνίες διαμονής δημιουργούν σημαντικές αποκλίσεις.
Οι βασικοί δείκτες της Θεσσαλονίκης
| Δείκτης | 2025 | 2026 | Μεταβολή |
| Πληρότητα | 43,51% | 46,69% | +7,3% |
| Μέση τιμή διανυκτέρευσης — ADR | €61,93 | €65,08 | +5,1% |
| Έσοδο ανά διαθέσιμη διανυκτέρευση — RevPAR | €26,95 | €30,39 | +12,8% |
Σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία που παραθέτει, η μέση πληρότητα των καταλυμάτων του εξεταζόμενου δείγματος αυξήθηκε στο εννεάμηνο του 2026 στο 46,69%, από 43,51% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Πρόκειται για αύξηση 3,18 ποσοστιαίων μονάδων ή 7,3% σε σχετικούς όρους, η οποία αποτυπώνει τη βελτίωση της αξιοποίησης των διαθέσιμων καταλυμάτων.
Ανοδικά κινήθηκε και η μέση τιμή διανυκτέρευσης, γνωστή ως ADR, η οποία διαμορφώθηκε στα 65,08 ευρώ, έναντι 61,93 ευρώ πέρυσι, σημειώνοντας αύξηση 5,1%. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η ενίσχυση του εσόδου ανά διαθέσιμη διανυκτέρευση, του δείκτη RevPAR, που αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους δείκτες για την αξιολόγηση της απόδοσης των τουριστικών καταλυμάτων. Συγκεκριμένα, το RevPAR αυξήθηκε από 26,95 ευρώ το 2025 σε 30,39 ευρώ το 2026, καταγράφοντας άνοδο 12,8%.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αύξηση των εσόδων ανά διαθέσιμη διανυκτέρευση δεν προέρχεται αποκλειστικά από τις υψηλότερες τιμές, αλλά και από τη βελτίωση της πληρότητας. Με άλλα λόγια, τα καταλύματα του συγκεκριμένου δείγματος κατάφεραν να διαθέσουν μεγαλύτερο μέρος της δυναμικότητάς τους και ταυτόχρονα να επιτύχουν υψηλότερες χρεώσεις.
Ο κ. Μίσσας διευκρινίζει, πάντως, ότι τα στοιχεία αυτά αφορούν τη συγκριτική απόδοση έως το τέλος της θερινής περιόδου και δεν αποτελούν ξεχωριστό απολογισμό αποκλειστικά των καλοκαιρινών μηνών. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η βελτίωση των συγκεκριμένων δεικτών δεν συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη αύξηση των συνολικών εσόδων ή του αριθμού των κρατήσεων σε ολόκληρη την πόλη. Η συνολική εικόνα επηρεάζεται από τον αριθμό και το είδος των ενεργών καταλυμάτων, καθώς και από τις διαθέσιμες διανυκτερεύσεις τους.
Πόσο κοστίζει μια διανυκτέρευση στη Θεσσαλονίκη
Η μέση τιμή των 65,08 ευρώ αποτυπώνει την εικόνα του εξεταζόμενου εννεαμήνου, χωρίς να σημαίνει ότι όλα τα καταλύματα της Θεσσαλονίκης κινούνται στα ίδια επίπεδα. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τις ενδεικτικές τιμές που εμφάνιζε η Airbnb για τον Σεπτέμβριο, η μέση τιμή διανυκτέρευσης στην πόλη βρισκόταν κοντά στα 62 ευρώ. Πρόκειται, ωστόσο, για διαφορετική αποτύπωση της αγοράς, καθώς η τιμή που εμφανίζεται σε μια πλατφόρμα δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την τελική τιμή κάθε κράτησης.
Στην πράξη, η αγορά παρουσιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις. Ένα μικρότερο ή πιο απλό κατάλυμα μπορεί να διατίθεται έναντι 45 έως 60 ευρώ ανά διανυκτέρευση, ενώ ένα καλό, ανακαινισμένο διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης συνήθως κινείται σε υψηλότερα επίπεδα. Τα καταλύματα που προσφέρουν πρόσθετες υπηρεσίες εμφανίζουν ενδεικτικές τιμές κοντά στα 98 ευρώ, ενώ ακίνητα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, προνομιακή τοποθεσία και αναβαθμισμένες παροχές μπορούν να ξεπεράσουν τα 110 έως 120 ευρώ τη βραδιά.
Καθοριστικό ρόλο παίζουν το μέγεθος και η κατάσταση του ακινήτου, η περιοχή στην οποία βρίσκεται, η ποιότητα του εξοπλισμού, οι αξιολογήσεις των προηγούμενων επισκεπτών και, βεβαίως, η περίοδος κατά την οποία πραγματοποιείται η διαμονή. Ένα ποιοτικό κατάλυμα σε κεντρικό σημείο μπορεί να επιτύχει σημαντικά υψηλότερη τιμή σε ημέρες έντονης ζήτησης, ιδιαίτερα όταν στην πόλη πραγματοποιούνται μεγάλες εκθέσεις, συνέδρια ή άλλες διοργανώσεις.
Αυτό σημαίνει ότι η μέση τιμή της αγοράς αποτελεί έναν χρήσιμο δείκτη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να αποτυπώσει τις πραγματικές δυνατότητες εσόδων ενός συγκεκριμένου ακινήτου.
Η Θεσσαλονίκη είναι 33% φθηνότερη από το κέντρο της Αθήνας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση της Θεσσαλονίκης με το κέντρο της Αθήνας, καθώς αναδεικνύει τις σημαντικές διαφορές που εξακολουθούν να υπάρχουν ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες αστικές αγορές βραχυχρόνιας μίσθωσης της χώρας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ίδιας μελέτης και για την ίδια χρονική περίοδο, η μέση τιμή διανυκτέρευσης στο κέντρο της Αθήνας διαμορφώθηκε στα 96,69 ευρώ, έναντι 65,08 ευρώ στη Θεσσαλονίκη. Η διαφορά φτάνει τα 31,61 ευρώ ανά διανυκτέρευση, γεγονός που σημαίνει ότι η Θεσσαλονίκη παραμένει περίπου 33% οικονομικότερη.
Το ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι ότι η πληρότητα στη Θεσσαλονίκη εμφανίζεται υψηλότερη από εκείνη του κέντρου της Αθήνας. Συγκεκριμένα, στο εξεταζόμενο δείγμα η Θεσσαλονίκη καταγράφει πληρότητα 46,69%, έναντι 44,74% στην Αθήνα. Παρά τη διαφορά αυτή, το έσοδο ανά διαθέσιμη διανυκτέρευση παραμένει αισθητά χαμηλότερο στη Θεσσαλονίκη, καθώς διαμορφώνεται στα 30,39 ευρώ, έναντι περίπου 43,26 ευρώ στην πρωτεύουσα.
Επομένως, ενώ η Θεσσαλονίκη εμφανίζει ελαφρώς υψηλότερη πληρότητα, το RevPAR της παραμένει περίπου 30% χαμηλότερο, κυρίως εξαιτίας της σημαντικής διαφοράς στη μέση τιμή διανυκτέρευσης.
Σύγκριση Θεσσαλονίκης και κέντρου Αθήνας
| Δείκτης | Θεσσαλονίκη | Κέντρο Αθήνας |
| Μέση τιμή διανυκτέρευσης — ADR | €65,08 | €96,69 |
| Έσοδο ανά διαθέσιμη διανυκτέρευση — RevPAR, κατά προσέγγιση | ≈ €30,39 | ≈ €43,26 |
Το RevPAR αποτυπώνει προσεγγιστικά την απόδοση στο εξεταζόμενο δείγμα και δεν αποτελεί μέτρηση του καθαρού κέρδους
Όπως εξηγεί ο κ. Μίσσας, η υψηλότερη πληρότητα δεν αρκεί για να καλύψει τη διαφορά στην τιμή. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η καθαρή κερδοφορία των καταλυμάτων της Θεσσαλονίκης είναι αναγκαστικά χαμηλότερη κατά το ίδιο ποσοστό, καθώς για μια τέτοια σύγκριση θα έπρεπε να συνυπολογιστούν οι λειτουργικές δαπάνες, το κόστος διαχείρισης και οι υπόλοιπες επιβαρύνσεις.
Η σύγκριση αναδεικνύει ότι οι δύο αγορές λειτουργούν με διαφορετικά επίπεδα τιμών και εσόδων, παρά το γεγονός ότι η Θεσσαλονίκη παρουσιάζει αξιόλογη ζήτηση και υψηλότερη πληρότητα στο συγκεκριμένο δείγμα.
Πληρότητα 57% καταγράφει η AirDNA – Τι δείχνουν τα διαφορετικά στοιχεία
Η εικόνα της πληρότητας χρειάζεται, πάντως, προσεκτική ανάγνωση, καθώς οι διαθέσιμες πηγές παρουσιάζουν διαφορετικά ποσοστά, τα οποία δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα.
Ενώ τα στοιχεία του εξεταζόμενου εννεαμήνου καταγράφουν μέση πληρότητα 46,69%, η AirDNA εμφανίζει ποσοστό 57% για το δωδεκάμηνο που ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 2026.
Ο κ. Μίσσας διευκρινίζει ότι οι δύο μετρήσεις αφορούν διαφορετικές χρονικές περιόδους και διαφορετικές βάσεις υπολογισμού. Συνεπώς, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ένα ενιαίο εύρος πληρότητας ούτε να θεωρηθούν δύο εναλλακτικές αποτυπώσεις της σημερινής κατάστασης.
Πού αναμένεται να κινηθούν οι πληρότητες Οκτώβριο και Νοέμβριο
Με τη θερινή περίοδο να έχει ολοκληρωθεί, το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στην πορεία της αγοράς κατά τους φθινοπωρινούς μήνες. Σύμφωνα με τον κ. Μίσσα, η ζήτηση εξελίσσεται μέχρι στιγμής φυσιολογικά για την εποχή, ωστόσο η συμπεριφορά των επισκεπτών δημιουργεί μεγαλύτερη αβεβαιότητα σε σχέση με την τελική εικόνα των κρατήσεων.
Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό είναι η αισθητή μείωση του λεγόμενου booking window, δηλαδή του χρονικού διαστήματος ανάμεσα στην πραγματοποίηση της κράτησης και την ημερομηνία άφιξης.
Όλο και περισσότεροι επισκέπτες αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν το ταξίδι τους και να κλείσουν κατάλυμα πολύ πιο κοντά στην ημερομηνία διαμονής. Αυτό σημαίνει ότι η εικόνα των κρατήσεων αρκετές εβδομάδες πριν από έναν συγκεκριμένο μήνα δεν αποτυπώνει απαραίτητα τη ζήτηση που τελικά θα εκδηλωθεί.
«Το γεγονός ότι δεν έχουν ακόμη καταγραφεί πολλές κρατήσεις για μεταγενέστερες ημερομηνίες δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η ζήτηση υποχωρεί», τονίζει ο κ. Μίσσας, επισημαίνοντας ότι σημαντικό μέρος των κρατήσεων μπορεί να πραγματοποιηθεί την τελευταία στιγμή.
Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, η εκτίμησή του είναι ότι η πληρότητα των καταλυμάτων θα μπορούσε να διαμορφωθεί μεταξύ 55% και 60% τον Οκτώβριο και μεταξύ 50% και 55% τον Νοέμβριο. Τα συγκεκριμένα ποσοστά αποτελούν δική του εκτίμηση και όχι επιβεβαιωμένες κρατήσεις ή δημοσιευμένη πρόβλεψη εταιρείας ανάλυσης δεδομένων.
| Μήνας | Εκτιμώμενη πληρότητα |
| Οκτώβριος | 55%–60% |
| Νοέμβριος | 50%–55% |
Η πορεία της αγοράς θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από τη ζήτηση που θα εκδηλωθεί όσο πλησιάζουν οι ημερομηνίες διαμονής, αλλά και από τις διοργανώσεις που φιλοξενεί η Θεσσαλονίκη.
Σε αντίθεση με τους καθαρά παραθεριστικούς προορισμούς, η Θεσσαλονίκη διαθέτει τη δυνατότητα να προσελκύει επισκέπτες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, καθώς συνδυάζει τον αστικό τουρισμό με την επιχειρηματική δραστηριότητα, τις εκθέσεις, τα συνέδρια και τις πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Κατά τη φθινοπωρινή περίοδο, μεγαλύτερη βαρύτητα αποκτούν τα ταξίδια σύντομης διάρκειας, τα λεγόμενα city breaks, καθώς και οι επαγγελματικές μετακινήσεις. Τα Δημήτρια τον Οκτώβριο, οι εκθέσεις Philoxenia–Hotelia και Food & Drinks τον Νοέμβριο, αλλά και οι υπόλοιπες συνεδριακές και πολιτιστικές διοργανώσεις δημιουργούν πρόσθετη ζήτηση για διαμονή.
Ωστόσο, ο κ. Μίσσας επισημαίνει ότι η ενίσχυση της ζήτησης σε συγκεκριμένες ημερομηνίες δεν εξασφαλίζει αυτομάτως υψηλή πληρότητα σε ολόκληρο τον μήνα. Για παράδειγμα, μια μεγάλη έκθεση μπορεί να οδηγήσει σε πολύ υψηλές πληρότητες για δύο ή τρεις ημέρες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ίδια εικόνα θα διατηρηθεί σε όλη τη διάρκεια του Οκτωβρίου ή του Νοεμβρίου.
Η Ryanair δημιουργεί νέα δεδομένα για τη χειμερινή περίοδο
Ένας επιπλέον παράγοντας που επηρεάζει τις προοπτικές της αγοράς είναι η αεροπορική συνδεσιμότητα της Θεσσαλονίκης, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο.
Ο κ. Μίσσας αναφέρεται στο ανακοινωμένο κλείσιμο της βάσης της Ryanair στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» από τα τέλη Οκτωβρίου 2026, καθώς και στον περιορισμό του χειμερινού πτητικού προγράμματος της εταιρείας.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί προβληματισμό, καθώς οι αεροπορικές συνδέσεις αποτελούν βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη του τουρισμού σύντομων αποδράσεων. Οι επισκέπτες που επιλέγουν έναν προορισμό για δύο ή τρεις ημέρες δίνουν ιδιαίτερη σημασία στη διαθεσιμότητα απευθείας πτήσεων, στο κόστος των εισιτηρίων και στη δυνατότητα εύκολης μετακίνησης.
Επομένως, μια ενδεχόμενη μείωση των διαθέσιμων αεροπορικών θέσεων και συνδέσεων μπορεί να επηρεάσει τη ζήτηση για σύντομες επισκέψεις στη Θεσσαλονίκη και, κατ’ επέκταση, τη ζήτηση για καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Το μέγεθος της επίδρασης, ωστόσο, δεν μπορεί ακόμη να προσδιοριστεί με ασφάλεια. Όπως διευκρινίζει ο ίδιος, καθοριστικό ρόλο θα παίξει το κατά πόσο άλλες αεροπορικές εταιρείες θα μπορέσουν να καλύψουν τις συνδέσεις και τις διαθέσιμες θέσεις που περιορίζονται.
Οι εκθέσεις και τα συνέδρια προσφέρουν λόγους συγκρατημένης αισιοδοξίας για τη χειμερινή περίοδο, ωστόσο ο συνδυασμός του μικρότερου booking window και των αλλαγών στις αεροπορικές συνδέσεις περιορίζει τη δυνατότητα ασφαλών προβλέψεων.
Για τον λόγο αυτό, η αγορά θα πρέπει να παρακολουθεί στενά την εξέλιξη των κρατήσεων όσο πλησιάζουν οι ημερομηνίες διαμονής, προκειμένου να διαμορφωθεί μια πιο σαφής εικόνα για την πραγματική ζήτηση.
Πώς η ΔΕΘ εκτοξεύει τη ζήτηση και τις τιμές
Ιδιαίτερη σημασία για τη Θεσσαλονίκη έχουν οι μεγάλες διοργανώσεις, οι οποίες μπορούν να αλλάξουν αισθητά την εικόνα των πληροτήτων και των τιμών μέσα σε λίγες ημέρες.
Σύμφωνα με τον κ. Μίσσα, η αγορά της πόλης χαρακτηρίζεται πλέον από έντονη επίδραση των εκδηλώσεων στη ζήτηση, το λεγόμενο event-based effect. Αυτό σημαίνει ότι οι εκθέσεις, τα συνέδρια και οι μεγάλες πολιτιστικές διοργανώσεις δημιουργούν περιόδους αιχμής, κατά τις οποίες αυξάνεται σημαντικά η ζήτηση για διαμονή, ιδιαίτερα στα ποιοτικά καταλύματα του κέντρου.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, η οποία κάθε χρόνο προσελκύει μεγάλο αριθμό επισκεπτών και επαγγελματιών από την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Κατά τη φετινή διοργάνωση, πολλά ξενοδοχεία του κέντρου είχαν ήδη φτάσει σε επίπεδα πλήρους πληρότητας για τα δύο Σαββατοκύριακα της έκθεσης, ενώ δημοσιογραφικές έρευνες κατέγραφαν τιμές που προσέγγιζαν ακόμη και το διπλάσιο των συνηθισμένων για τις ημέρες υψηλής ζήτησης.
Η αυξημένη αυτή κινητικότητα επηρεάζει και τη βραχυχρόνια μίσθωση, καθώς οι επισκέπτες αναζητούν εναλλακτικές επιλογές διαμονής, κυρίως σε κεντρικές περιοχές και σε ακίνητα με υψηλή ποιότητα και καλές αξιολογήσεις.
Ο κ. Μίσσας ξεκαθαρίζει, πάντως, ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία για τον σχεδόν διπλασιασμό των τιμών αφορούν την ξενοδοχειακή αγορά και δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσια στο σύνολο των καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Δεν σημαίνει, δηλαδή, ότι η μέση τιμή ολόκληρης της αγοράς Airbnb διπλασιάζεται κατά τη διάρκεια της ΔΕΘ. Ωστόσο, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και σε ορισμένα από τα καλύτερα ακίνητα μπορούν πράγματι να σημειωθούν πολύ μεγάλες αυξήσεις.
Το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται, σε μικρότερη κλίμακα, και κατά τη διάρκεια άλλων εκθέσεων, συνεδρίων και διοργανώσεων που πραγματοποιούνται στην πόλη. Το μέγεθος της επίδρασης εξαρτάται από τον αριθμό των επισκεπτών, την προέλευσή τους, τη διάρκεια της διοργάνωσης και τη θέση των καταλυμάτων.
Ένα ακίνητο που βρίσκεται κοντά στο εκθεσιακό κέντρο ή σε περιοχές με εύκολη πρόσβαση στους χώρους των διοργανώσεων μπορεί να επωφεληθεί περισσότερο από την αυξημένη ζήτηση, σε σχέση με ένα αντίστοιχο κατάλυμα που βρίσκεται πιο μακριά.
Όπως επισημαίνει ο κ. Μίσσας, η Θεσσαλονίκη δεν διαθέτει μία ενιαία και ομοιόμορφη πορεία της μέσης τιμής διανυκτέρευσης στη διάρκεια του έτους. Αντίθετα, παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις, καθώς οι μεγάλες διοργανώσεις δημιουργούν αιχμές ζήτησης, οι οποίες επηρεάζουν τόσο τις πληρότητες όσο και τις τιμές.
Αυτή η ιδιαιτερότητα καθιστά ολοένα σημαντικότερη τη σωστή διαχείριση των καταλυμάτων, καθώς οι ιδιοκτήτες και οι επαγγελματίες διαχειριστές καλούνται να προσαρμόζουν την τιμολογιακή τους πολιτική ανάλογα με τη ζήτηση και το πρόγραμμα των εκδηλώσεων.
Η δυνατότητα αξιοποίησης των ημερών υψηλής ζήτησης αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη συνολική απόδοση ενός καταλύματος, ακόμη και όταν η πληρότητα σε άλλες περιόδους του μήνα κινείται χαμηλότερα.
Συνολικά, η αγορά βραχυχρόνιας μίσθωσης της Θεσσαλονίκης εμφανίζει θετική πορεία το 2026, με τη βελτίωση των βασικών δεικτών να επιβεβαιώνει ότι τα καταλύματα του εξεταζόμενου δείγματος πετυχαίνουν υψηλότερες αποδόσεις σε σχέση με πέρυσι. Ωστόσο, η μεγάλη διαφορά τιμών από την Αθήνα, η αυξανόμενη εξάρτηση από τις μεγάλες διοργανώσεις, η μετατόπιση των κρατήσεων πιο κοντά στην ημερομηνία άφιξης και οι αλλαγές στην αεροπορική συνδεσιμότητα συνθέτουν μια πιο σύνθετη εικόνα για τους επόμενους μήνες.
Το ζητούμενο πλέον για την αγορά δεν είναι μόνο η διατήρηση των υψηλότερων πληροτήτων, αλλά και η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση της ζήτησης, ώστε η βελτίωση των επιδόσεων να αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια και σταθερότητα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.


