Νέα αύξηση στο τέλος παρεπιδημούντων, που αφορά και τις επιχειρήσεις βραχυχρόνιας μίσθωσης, προανήγγειλε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από το συνέδριο της ΚΕΔΕ στην Καλαμάτα. Η εξαγγελία προβλέπει τη δυνατότητα αύξησης του συντελεστή στο 1%, από το σημερινό ανώτατο 0,75%, με απόφαση των δήμων που θα επιλέξουν να αξιοποιήσουν το μέτρο.
Για την επαγγελματική αγορά της βραχυχρόνιας μίσθωσης, η εξέλιξη σηματοδοτεί την προοπτική μιας ακόμη επιβάρυνσης επί των μισθωμάτων. Η μετάβαση από το 0,75% στο 1% αντιστοιχεί σε αύξηση του ίδιου του τέλους κατά 33,3%, ενώ σε σύγκριση με τον βασικό συντελεστή 0,5% το ποσό διπλασιάζεται.
Η ανακοίνωση έγινε στις 5 Νοεμβρίου, στο πλαίσιο πακέτου οικονομικής στήριξης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ο πρωθυπουργός διευκρίνισε ότι η αύξηση θα αφορά όσους δήμους την επιλέξουν. Συνεπώς, η εξαγγελία δεν συνεπάγεται αυτόματη εφαρμογή του 1% σε ολόκληρη τη χώρα. Στην ομιλία δεν προσδιορίστηκε ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του νέου συντελεστή.
Ποιους αφορά το τέλος παρεπιδημούντων στη βραχυχρόνια μίσθωση
Το τέλος παρεπιδημούντων αφορά, από την 1η Ιανουαρίου 2024, τα φυσικά πρόσωπα που δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στη βραχυχρόνια μίσθωση με τρία ή περισσότερα ακίνητα, καθώς και τα νομικά πρόσωπα. Όπως διευκρινίζει η ΑΑΔΕ, η υποχρέωση καλύπτει τις σχετικές μισθώσεις τόσο μέσω ψηφιακών πλατφορμών όσο και εκτός αυτών.
Με το υφιστάμενο πλαίσιο, υπολογίζεται στο καθαρό μίσθωμα με συντελεστή 0,5% ή 0,75%, ανάλογα με την απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, και επιβαρύνεται με ΦΠΑ. Τα φυσικά πρόσωπα που διαθέτουν έως δύο ακίνητα, χωρίς επιχειρηματική δραστηριότητα, δεν υπάγονται στο συγκεκριμένο τέλος.
Ενδεικτικά, σε καθαρά μισθώματα 100.000 ευρώ, το τέλος ανέρχεται σε 500 ευρώ με συντελεστή 0,5%, σε 750 ευρώ με 0,75% και θα διαμορφωνόταν σε 1.000 ευρώ με 1%, πριν από τον αναλογούντα ΦΠΑ. Πρόκειται για επιπλέον 250 ευρώ έναντι του σημερινού ανώτατου συντελεστή.
Το δημοτικό τέλος είναι διαφορετική επιβάρυνση από το τέλος ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση. Η διάκριση έχει σημασία και για την ανάγνωση των αντιδράσεων που προκάλεσε η εξαγγελία, καθώς στη σχετική συζήτηση χρησιμοποιούνται στοιχεία από διαφορετικές χρεώσεις της διαμονής.
Η αντίδραση της ΠΟΞ και οι αιχμές για τη βραχυχρόνια μίσθωση
Την απόσυρση της σχεδιαζόμενης αύξησης ζητά η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων με επιστολή προς τον πρωθυπουργό, στις 6 Νοεμβρίου, την οποία υπογράφουν ο πρόεδρος Γιάννης Χατζής και ο γενικός γραμματέας Αντώνης Παγώνης.
Η Ομοσπονδία υποστηρίζει ότι δεν προηγήθηκε ουσιαστικός διάλογος και ζητά τα έσοδα του τέλους να συνδέονται με έργα και υπηρεσίες για τους τουριστικούς προορισμούς. Σύμφωνα με έρευνα που επικαλείται, σε δείγμα 40 δήμων οι 24 είχαν ήδη αυξήσει τον συντελεστή στο 0,75%.
Παράλληλα, όμως, η ΠΟΞ στρέφει τη συζήτηση και προς τη βραχυχρόνια μίσθωση, ζητώντας να διασφαλιστεί η είσπραξη του τέλους από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα πριν εξεταστούν νέες επιβαρύνσεις. Στην ίδια επιστολή αντιπαραβάλλει τις εισπράξεις του τέλους ανθεκτικότητας από ξενοδοχεία και βραχυχρόνιες μισθώσεις, υποστηρίζοντας ότι το μεγαλύτερο βάρος το επωμίζονται τα ξενοδοχεία.
Η συγκεκριμένη σύγκριση αφορά, ωστόσο, το τέλος ανθεκτικότητας και όχι το τέλος παρεπιδημούντων που αποτελεί αντικείμενο της νέας εξαγγελίας. Η επιστολή δεν παραθέτει αντίστοιχη κατανομή των εισπράξεων του δημοτικού τέλους ανά κατηγορία καταλύματος, ούτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν την έκταση τυχόν μη απόδοσής του από υπόχρεες επιχειρήσεις βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Επομένως, το αίτημα της ΠΟΞ για ελέγχους αποτελεί θέση της Ομοσπονδίας και δεν συνιστά από μόνο του τεκμήριο γενικευμένης μη συμμόρφωσης του κλάδου. Για τις επιχειρήσεις βραχυχρόνιας μίσθωσης που υπάγονται ήδη στο τέλος, το άμεσο ζήτημα είναι η προοπτική αύξησης της ίδιας υποχρέωσης και οι όροι με τους οποίους θα εφαρμοστεί ανά δήμο.


