Η ευρωπαϊκή αγορά των βραχυχρόνιων μισθώσεων βρίσκεται σε τροχιά θεαματικής ανάπτυξης, καθώς οι νέες ταξιδιωτικές συνήθειες, η ψηφιακή εργασία και η ανάγκη για πιο ευέλικτες μορφές διαμονής δημιουργούν ένα πρόσφορο έδαφος για επενδυτές ακινήτων. Από τα μεγάλα αστικά κέντρα έως τα παραθαλάσσια καταφύγια, η ζήτηση για επιπλωμένα διαμερίσματα μικρής διάρκειας ανεβαίνει διαρκώς, προσφέροντας υψηλές αποδόσεις.
Αυτό υπογραμμίζει η διεθνής πλατφόρμα στον τομέα των ακινήτων Estate Agent Power σε μια ενδιαφέρουσα ανάλυσή της για τις επενδυτικές προοπτικές στη βραχυχρόνια μίσθωση στη γηραιά ήπειρο.
Γιατί η Αθήνα είναι ελκυστική για επενδύσεις
Μάλιστα ως εξαιρετικά ελκυστική επιλογή για επενδύσεις στον κλάδο παρουσιάζεται η Αθήνα. Όπως επισημαίνεται, η ελληνική πρωτεύουσα είναι από τις πιο ταχέως αναπτυσσόμενες αγορές μετά την πανδημία. Ο συνδυασμός προσιτών τιμών αγοράς, αύξησης αφίξεων και 12μηνης ζήτησης από τηλεργαζόμενους και από όσους επιζητούν αποδράσεις city break την έχουν μετατρέψει σε hotspot για μικρούς και μεγάλους επενδυτές.
Τι οδηγεί την έκρηξη της ζήτησης στην Ευρώπη
Σύμφωνα με την ανάλυση της Estate Agent Power, οι λόγοι που οδηγούν στην αύξηση της ζήτησης για επενδύσεις στη βραχυχρόνια μίσθωση στην Ευρώπη, είναι οι ακόλουθοι:
1. Η ισχυρή μετεπανδημική ανάκαμψη των ταξιδιών
Με την ανάκαμψη του τουρισμού από τις επιπτώσεις της πανδημίας, το ταξιδιωτικό κοινό στρέφεται μαζικά στα βραχυχρόνια καταλύματα, προτιμώντας την καλύτερη σχέση τιμής-εμπειρίας, την ιδιωτικότητα και τον πιο «τοπικό» χαρακτήρα που προσφέρουν σε σχέση με τα ξενοδοχεία.
2. Άνοδος των digital nomads και της τηλεργασίας
Η τάση της απομακρυσμένης εργασίας έχει μεταμορφώσει τον χάρτη της ζήτησης. Πόλεις όπως η Λισαβόνα, η Βαρκελώνη και –κυρίως– η Αθήνα καταγράφουν αυξανόμενες κοινότητες ψηφιακών νομάδων, γεγονός που ενισχύει την πληρότητα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και όχι μόνο στην υψηλή περίοδο.
3. Νέα αντίληψη για την “ευέλικτη διαβίωση”
Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις δεν εξυπηρετούν πια μόνο τουρίστες. Ευρωπαίοι που μετακινούνται προσωρινά, ανακαινίζουν κατοικίες ή αλλάζουν τρόπο ζωής επιλέγουν διαμονή μικρής διάρκειας, διευρύνοντας σημαντικά την αγορά και περιορίζοντας την εποχικότητα.
Γιατί οι επενδυτές στρέφονται στη βραχυχρόνια μίσθωση
1. Αποδόσεις 20%–40% υψηλότερες από τη μακροχρόνια μίσθωση
Σε καθιερωμένες τουριστικές πόλεις, οι ημερήσιες τιμές μπορούν να υπερβούν σημαντικά τις αποδόσεις που προσφέρει ένα συμβατικό μηνιαίο μίσθωμα, υπό την προϋπόθεση σωστής διαχείρισης.
2. Χαμηλότερος επενδυτικός κίνδυνος
Η δυνατότητα προσέγγισης παγκόσμιου κοινού μέσω Airbnb, Booking και άλλων πλατφορμών, καθώς και η γεωγραφική διασπορά πολλαπλών ακινήτων, περιορίζει τον κίνδυνο κενών περιόδων – ακόμη και εκτός σεζόν.
3. Πλήρης επαγγελματική διαχείριση
Η ραγδαία ανάπτυξη εταιρειών management βραχυχρόνιας μίσθωσης επιτρέπει στους επενδυτές να διαχειρίζονται χαρτοφυλάκια χωρίς προσωπική εμπλοκή, από τον καθαρισμό έως τη δυναμική τιμολόγηση.
Οι κορυφαίοι ευρωπαϊκοί προορισμοί
Λισαβόνα: Παράδεισος για digital nomads, με ισχυρή τουριστική βάση.
Βαρκελώνη: Σταθερά υψηλή ζήτηση, αλλά με αυστηρό πλαίσιο αδειοδότησης.
Αθήνα: Προσιτές τιμές αγοράς, αύξηση αφίξεων και 12μηνη ζήτηση.
Βουδαπέστη: Οικονομικά προσιτή, με ισχυρό ευρωπαϊκό τουριστικό ρεύμα.
Παρίσι: Υψηλές τιμές και διαχρονική ζήτηση, παρά τους αυστηρούς κανόνες.
Ντουμπρόβνικ: Πρωταγωνιστής της καλοκαιρινής σεζόν, με πολύ υψηλές αποδόσεις σε peak περίοδο.
Ρίσκα και παράγοντες που απαιτούν προσοχή
Ρυθμιστικό πλαίσιο: Πολλές πόλεις περιορίζουν τις βραχυχρόνιες μισθώσεις για λόγους στεγαστικής πολιτικής. Απαραίτητος ο έλεγχος αδειών και τοπικής νομοθεσίας.
Εποχικότητα: Αγορές εξαρτημένες από θερινό τουρισμό ενδέχεται να εμφανίσουν κενότητα τους χειμερινούς μήνες.
Πολυπλοκότητα διαχείρισης: Η επιτυχία απαιτεί συνεχή παρακολούθηση, επαγγελματική αρτιότητα, επικοινωνία με πελάτες και σωστή τιμολόγηση – στοιχεία που μπορούν να ανατεθούν σε εξειδικευμένους διαχειρστές.
Προοπτικές: Μια αγορά που μεγαλώνει σταθερά
Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή αγορά βραχυχρόνιας μίσθωσης θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς άνω του 10% ετησίως έως το 2027, καθώς οι ταξιδιωτικές συνήθειες αλλάζουν, οι πλατφόρμες γίνονται πιο εξελιγμένες και η ψηφιακή διαχείριση μειώνει το κόστος λειτουργίας.


