Οι αγορές μεγάλων αποστάσεων (long haul) αναδεικνύονται σε έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς ανάπτυξης του ελληνικού τουρισμού τα επόμενα χρόνια, καθώς η αύξηση των αεροπορικών συνδέσεων, η ενίσχυση της μεσαίας τάξης σε αναδυόμενες οικονομίες και η αναζήτηση νέων ταξιδιωτικών εμπειριών δημιουργούν σημαντικές προοπτικές για τη χώρα.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ με τίτλο «Το προφίλ σημαντικών αγορών του ελληνικού τουρισμού – Β’ Μέρος: Long Haul Αγορές», η οποία εξετάζει τις ταξιδιωτικές προθέσεις και τις καταναλωτικές συνήθειες επισκεπτών από τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία, την Κίνα και την Ινδία.
Η έρευνα βασίζεται σε διαδικτυακή δημοσκόπηση της GlobalWebIndex (GWI), η οποία πραγματοποιήθηκε τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2026 σε δείγμα 12.155 ατόμων ηλικίας 16-65 ετών και αποτυπώνει τις προθέσεις ταξιδιού για τους επόμενους δώδεκα μήνες.
Το ενδιαφέρον των συγκεκριμένων αγορών αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αντιστοιχούν σε περισσότερο από το 11% των συνολικών ταξιδιωτικών εισπράξεων της Ελλάδας, ενώ χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη κατά κεφαλήν δαπάνη και μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής σε σχέση με πολλές ευρωπαϊκές αγορές.
Η Ελλάδα έχει ισχυρό αποτύπωμα σε Αυστραλία, Καναδά και ΗΠΑ
Η μελέτη δείχνει ότι η Ελλάδα έχει ήδη αποκτήσει σημαντική αναγνωρισιμότητα στις ώριμες αγορές της Αυστραλίας, του Καναδά και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Στην Αυστραλία η χώρα μας καταλαμβάνει τη 12η θέση μεταξύ των προορισμών που σκέφτονται να επισκεφθούν οι ταξιδιώτες τους επόμενους δώδεκα μήνες, συγκεντρώνοντας ποσοστό 9%. Στην ίδια θέση βρίσκεται και στον Καναδά (8%), ενώ στις ΗΠΑ κατατάσσεται 13η με επίσης 8%.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι στην αυστραλιανή αγορά η Ελλάδα καταφέρνει να ξεπεράσει την Ισπανία, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση μεταξύ των βασικών μεσογειακών ανταγωνιστών της, πίσω μόνο από την Ιταλία και τη Γαλλία.
Αντίθετα, στην Κίνα και την Ινδία η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά χαμηλότερα στις προτιμήσεις των ταξιδιωτών, καθώς οι δύο αυτές αγορές εμφανίζουν έντονη προτίμηση σε ασιατικούς προορισμούς.
Στην Κίνα η χώρα μας βρίσκεται στην 23η θέση με ποσοστό 6%, ενώ στην Ινδία υποχωρεί στην 37η θέση με 4%.
Η Κίνα ανεβαίνει, αλλά η Ινδία αποτελεί τη μεγάλη ευκαιρία
Παρότι η θέση της Ελλάδας στην κινεζική αγορά παραμένει σχετικά χαμηλή, η εξέλιξη θεωρείται ιδιαίτερα ενθαρρυντική.
Μέσα σε μόλις έναν χρόνο η Ελλάδα ανέβηκε οκτώ θέσεις στις προτιμήσεις των Κινέζων ταξιδιωτών, από την 31η θέση το 2025 στην 23η το 2026, γεγονός που αποδίδεται στη σταδιακή ενίσχυση της αναγνωρισιμότητας του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Αντίθετα, στην Ινδία η χώρα έχασε έντεκα θέσεις σε σχέση με πέρυσι. Ωστόσο, σύμφωνα με το ΙΝΣΕΤΕ, η υποχώρηση αυτή δεν αντικατοπτρίζει ουσιαστική απώλεια δυναμικής, καθώς η διαφορά από αρκετούς ανταγωνιστικούς προορισμούς είναι μικρότερη της μίας ποσοστιαίας μονάδας.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η Ινδία χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη μεσομακροπρόθεσμη ευκαιρία για τον ελληνικό τουρισμό.
Η χώρα διαθέτει τον υψηλότερο δείκτη πρόθεσης για ταξίδια στο εξωτερικό μεταξύ όλων των αγορών που εξετάζονται, καθώς το 75% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι σκοπεύει να πραγματοποιήσει διεθνές ταξίδι μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες.
Παράλληλα, η ταχεία ανάπτυξη της μεσαίας τάξης, η αυξανόμενη ζήτηση για νέους προορισμούς αλλά και η ενίσχυση της αεροπορικής συνδεσιμότητας μεταξύ Ελλάδας και Ινδίας δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για σημαντική αύξηση των αφίξεων τα επόμενα χρόνια.
Οι ταξιδιώτες των long haul αγορών μένουν περισσότερο και ξοδεύουν περισσότερα
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της μελέτης αφορά τα χαρακτηριστικά των ίδιων των ταξιδιών.
Οι επισκέπτες από τις συγκεκριμένες αγορές προτιμούν ταξίδια μεγάλης διάρκειας, με πτήσεις άνω των έξι ωρών και διαμονή που ξεπερνά τις πέντε ημέρες.
Το χαρακτηριστικό αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα, καθώς οι μεγαλύτερες διαμονές μεταφράζονται σε αυξημένη τουριστική δαπάνη και μεγαλύτερη διασπορά της κατανάλωσης σε ξενοδοχεία, βραχυχρόνιες μισθώσεις, εστίαση, μεταφορές και τοπικές δραστηριότητες.
Για την αγορά των βραχυχρόνιων μισθώσεων ειδικότερα, οι long haul επισκέπτες αποτελούν μία ιδιαίτερα ελκυστική κατηγορία, καθώς συχνά αναζητούν μεγαλύτερα καταλύματα, πολυήμερες διαμονές και αυθεντικές εμπειρίες στις γειτονιές των προορισμών που επισκέπτονται.

Διαφορετικές προτιμήσεις ανά αγορά
Η μελέτη καταγράφει και σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς το είδος των διακοπών που επιλέγουν οι ταξιδιώτες.
Οι επισκέπτες από τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Αυστραλία δίνουν προτεραιότητα στα αξιοθέατα, τον πολιτισμό και τις παραθαλάσσιες διακοπές, στοιχεία στα οποία η Ελλάδα διαθέτει ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Αντίθετα, οι Κινέζοι και οι Ινδοί εμφανίζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για προορισμούς που συνδυάζουν τη φύση με την παραλία, γεγονός που δημιουργεί περιθώρια καλύτερης αξιοποίησης λιγότερο προβεβλημένων περιοχών της χώρας.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ διαφοροποιούνται από τις υπόλοιπες αγορές ως προς τη συνολική πρόθεση για διεθνή ταξίδια, καθώς μόλις το 54% των Αμερικανών δηλώνει ότι σχεδιάζει ταξίδι στο εξωτερικό μέσα στον επόμενο χρόνο. Αντίστοιχα, στην Κίνα το ποσοστό διαμορφώνεται στο 56%, όταν στον Καναδά φτάνει το 68%, στην Αυστραλία το 71% και στην Ινδία το 75%.
Ανταγωνισμός με τις άλλες μεσογειακές χώρες
Η μελέτη εξετάζει και τη θέση της Ελλάδας απέναντι στους βασικούς ανταγωνιστές της στη Μεσόγειο.
Η Ιταλία κυριαρχεί στις αγορές των ΗΠΑ, του Καναδά και της Αυστραλίας, ενώ η Γαλλία καταλαμβάνει την πρώτη θέση στην Κίνα και την Ινδία.
Η Ισπανία εξακολουθεί να προηγείται της Ελλάδας στις περισσότερες αγορές, με μοναδική εξαίρεση την Αυστραλία, όπου η Ελλάδα βρίσκεται μία θέση υψηλότερα.
Πορτογαλία, Τουρκία και Κροατία ακολουθούν σε χαμηλότερες θέσεις, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στους ισχυρούς μεσογειακούς προορισμούς για ταξιδιώτες μεγάλων αποστάσεων.
Στοχευμένη στρατηγική για κάθε αγορά
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι δεν υπάρχει μία ενιαία συνταγή για την προσέγγιση των long haul αγορών.
Η Αυστραλία αποτελεί σήμερα την πιο ώριμη αγορά για άμεση αξιοποίηση, οι ΗΠΑ και ο Καναδάς παραμένουν αγορές υψηλής αξίας με ιδιαίτερη έμφαση στον πολιτισμό, τη γαστρονομία και τις ποιοτικές εμπειρίες, η Κίνα παρουσιάζει εντυπωσιακή άνοδο ως προς την αναγνωρισιμότητα της Ελλάδας, ενώ η Ινδία αναδεικνύεται στη σημαντικότερη αγορά του μέλλοντος.
Για να αξιοποιήσει πλήρως αυτή τη δυναμική, η Ελλάδα καλείται να επενδύσει σε εξειδικευμένες καμπάνιες προβολής ανά αγορά, στην ενίσχυση της αεροπορικής συνδεσιμότητας και στην ανάπτυξη τουριστικών προϊόντων που ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες προτιμήσεις κάθε χώρας.
Η ισχυρή θέση της Ελλάδας στον πολιτισμό, τη γαστρονομία, τον παραθαλάσσιο τουρισμό, τη φύση και τις αυθεντικές εμπειρίες αποτελεί ήδη σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Το ζητούμενο πλέον είναι η μετατροπή αυτής της αναγνωρισιμότητας σε μεγαλύτερο μερίδιο από τις πιο προσοδοφόρες αγορές του παγκόσμιου τουρισμού, οι οποίες μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά τόσο στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου όσο και στην αύξηση των τουριστικών εσόδων τα επόμενα χρόνια.


