Από δημοτικές κατοικίες και κοινωνική στέγη έως την αξιοποίηση άδειων γραφείων και τη διάθεση δημόσιας γης — οι ευρωπαϊκές πόλεις αναζητούν τρόπους για να κάνουν ξανά το σπίτι προσιτό.
Η στεγαστική κρίση δεν αφορά πλέον μόνο όσους βρίσκονται στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, το κόστος της κατοικίας έχει εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για εργαζόμενους, νέους και οικογένειες, οδηγώντας τις δημοτικές αρχές στην αναζήτηση νέων μοντέλων.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Βερολίνου. Πριν από πέντε χρόνια, οι κάτοικοι της γερμανικής πρωτεύουσας ψήφισαν σε δημοψήφισμα υπέρ της απαλλοτρίωσης μεγάλων εταιρειών ακινήτων που διαθέτουν περισσότερες από 3.000 κατοικίες, ζητώντας ουσιαστικά να περιοριστεί η δύναμή τους στην αγορά.
Το δημοψήφισμα, ωστόσο, δεν ήταν δεσμευτικό και η Γερουσία του Βερολίνου δεν προχώρησε στην εφαρμογή του αποτελέσματος. Στο μεταξύ, το μέσο κόστος των νέων μισθώσεων αυξήθηκε περίπου κατά 50%.
Οι πρόσφατες εκλογές στο Βερολίνο επανέφεραν το ζήτημα στο προσκήνιο, καθώς το κόμμα της Αριστεράς, που είχε δεσμευθεί προεκλογικά να υλοποιήσει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, κατέγραψε το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων. Το αν θα μπορέσει να προχωρήσει στις δεσμεύσεις του θα εξαρτηθεί από τις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού.
Όποια κι αν είναι η πολιτική εξέλιξη, η περίπτωση του Βερολίνου ανέδειξε για ακόμη μία φορά το μέγεθος του στεγαστικού προβλήματος που αντιμετωπίζουν πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Και ήδη αρκετές έχουν αρχίσει να δοκιμάζουν διαφορετικές λύσεις.
Βιέννη: Όταν η πόλη γίνεται ιδιοκτήτης
Η αυστριακή πρωτεύουσα θεωρείται ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα κοινωνικής στεγαστικής πολιτικής στην Ευρώπη.
Το μοντέλο άρχισε να αναπτύσσεται μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Βιέννη αντιμετώπισε μια οξεία στεγαστική κρίση. Οι διαθέσιμες κατοικίες ήταν τόσο λίγες, ώστε ορισμένοι εργαζόμενοι αναγκάζονταν να κοιμούνται σε βάρδιες, ενώ οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης ευνοούσαν την εξάπλωση ασθενειών, όπως η φυματίωση.
Έναν αιώνα αργότερα, το μοντέλο εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εργαλείο της πόλης για τη συγκράτηση των τιμών. Ο δήμος διαθέτει περίπου 220.000 δημοτικές κατοικίες, τις οποίες εκμισθώνει, ενώ άλλες 200.000 κατοικίες είναι επιδοτούμενες. Συνολικά, περισσότερο από το 60% των κατοίκων της Βιέννης ζει σε μία από αυτές τις δύο κατηγορίες κατοικίας.
Η μεγάλη παρουσία της κοινωνικής κατοικίας λειτουργεί παράλληλα ως «φρένο» και στην ιδιωτική αγορά, συμβάλλοντας στη συγκράτηση των τιμών των ενοικίων.
Βασιλεία: Η δημόσια γη μένει δημόσια
Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, ένα σημαντικό μέρος της αύξησης των τιμών των κατοικιών συνδέεται με την εκτίναξη της αξίας της γης. Έτσι, ορισμένες δημοτικές αρχές αναζητούν τρόπους ώστε η γη να μην επιβαρύνει τελικά το κόστος που καλούνται να πληρώσουν οι ενοικιαστές.
Μία από τις λύσεις είναι να μην πωλείται η δημοτική γη, αλλά να παραχωρείται μέσω μακροχρόνιας μίσθωσης σε συνεταιρισμούς ή επενδυτές με κοινωνικό προσανατολισμό. Με αυτόν τον τρόπο, οι δήμοι διατηρούν την ιδιοκτησία της γης χωρίς να χρειάζεται να χρηματοδοτήσουν οι ίδιοι την κατασκευή, ενώ οι κατασκευαστές δεν χρειάζεται να ενσωματώσουν στο κόστος των κατοικιών τις ιδιαίτερα υψηλές τιμές αγοράς οικοπέδων. Η ελβετική Βασιλεία θεωρείται πρωτοπόρος σε αυτή την προσέγγιση. Περίπου το 40% των συνεταιριστικών κατοικιών της πόλης βρίσκεται σε δημόσια γη.
Παρόμοιες προσπάθειες έχουν ξεκινήσει και στη Βαρκελώνη και τη Λισαβόνα.
Παρίσι: Τα άδεια γραφεία μετατρέπονται σε κατοικίες
Όταν όμως η γη και τα κτίρια βρίσκονται σε ιδιωτικά χέρια, η κατάσταση γίνεται πιο σύνθετη.
Το Παρίσι επιχειρεί εδώ και χρόνια να αντιμετωπίσει την εκτόπιση κατοίκων από περιοχές που αναβαθμίζονται και γίνονται ολοένα ακριβότερες. Από το 2014, ο δήμος έχει αποκτήσει «δικαίωμα πρώτης προτίμησης» σε συγκεκριμένες περιοχές, ώστε να μπορεί να αγοράζει ακίνητα και να αυξάνει το απόθεμα οικονομικά προσιτής κατοικίας.
Ο στόχος που έχει τεθεί είναι μέχρι το 2035, το 30% των κατοικιών να αφορά κοινωνική στέγη για νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος. Παράλληλα, μια ακόμη λύση βρίσκεται στα κτίρια γραφείων που παραμένουν άδεια.
Νωρίτερα φέτος, η γαλλική κυβέρνηση και οι περιφερειακές αρχές του Παρισιού εντόπισαν 61 έργα που θα μπορούσαν να μετατρέψουν άδεια κτίρια γραφείων σε κατοικίες. Εκτιμάται ότι από αυτές τις παρεμβάσεις θα μπορούσαν να δημιουργηθούν έως και 8.200 νέες κατοικίες στα προάστια της γαλλικής πρωτεύουσας.

Πράγα: Φθηνότερα σπίτια για γιατρούς, εκπαιδευτικούς και αστυνομικούς
Η Πράγα επιχειρεί να αντιμετωπίσει ένα διαφορετικό πρόβλημα: πώς θα μπορέσουν οι εργαζόμενοι που είναι απαραίτητοι για τη λειτουργία μιας πόλης να εξακολουθήσουν να ζουν σε αυτή. Νοσηλευτές και άλλοι εργαζόμενοι στον τομέα της φροντίδας, αστυνομικοί, εκπαιδευτικοί και εργαζόμενοι στην καθαριότητα μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε κατοικίες με ενοίκια χαμηλότερα από αυτά της αγοράς.
Περίπου 660 νέες, ενεργειακά αποδοτικές κατοικίες έχουν ήδη κατασκευαστεί ειδικά για εργαζόμενους του δημόσιου τομέα. Την ανάπτυξη του έργου ανέλαβε θυγατρική τσεχικής τράπεζας, με τη χρηματοδότηση να περιλαμβάνει και ευρωπαϊκά δάνεια. Στόχος είναι τα ενοίκια να είναι περίπου 20% χαμηλότερα από τις τιμές της αγοράς, χάρη στις οικονομίες κλίμακας.
Και μια σημαντική λεπτομέρεια: τους ενοίκους δεν επιλέγει η τράπεζα. Οι σχετικές διαδικασίες πραγματοποιούνται από νοσοκομεία και δημόσιους οργανισμούς, οι οποίοι μπορούν έτσι να χρησιμοποιούν την προσιτή κατοικία ως ένα επιπλέον κίνητρο για την προσέλκυση εργαζομένων.
Ήδη σχεδιάζονται και νέες κατοικίες.
Δουβλίνο: Ενοίκια με βάση το κόστος, όχι την αγορά
Στο Δουβλίνο, η στεγαστική κρίση έχει λάβει ιδιαίτερα έντονες διαστάσεις. Μετά την οικονομική κρίση του 2008, ξένοι επενδυτές αγόρασαν σημαντικό αριθμό ακινήτων, ενώ τα ενοίκια αυξήθηκαν περαιτέρω όταν μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας επέλεξαν την ιρλανδική πρωτεύουσα ως ευρωπαϊκή έδρα τους, μεταξύ άλλων λόγω του φορολογικού καθεστώτος. Η προσφορά κοινωνικής κατοικίας παραμένει περιορισμένη και οι λίστες αναμονής μεγάλες.
Το 2021, η ιρλανδική κυβέρνηση δημιούργησε το πρόγραμμα Cost Rental Housing, που απευθύνεται κυρίως σε νοικοκυριά με μεσαία εισοδήματα: ανθρώπους που κερδίζουν αρκετά ώστε να μην δικαιούνται κοινωνική κατοικία, αλλά όχι αρκετά ώστε να μπορούν εύκολα να ανταποκριθούν στις τιμές της ιδιωτικής αγοράς.
Στο Δουβλίνο, το ετήσιο καθαρό εισόδημα ενός νοικοκυριού για να ενταχθεί στο πρόγραμμα πρέπει να είναι κάτω από 66.000 ευρώ.
Οι κατοικίες διαχειρίζονται από μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς ή δημόσιους φορείς και τα ενοίκια είναι χαμηλότερα από τις τιμές της αγοράς. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Economic & Social Research Institute (ESRI), η διαφορά φτάνει κατά μέσο όρο σχεδόν το 30%.
Η ιρλανδική κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο τη δημιουργία 18.000 κατοικιών χαμηλού κόστους έως το τέλος της δεκαετίας. Η ζήτηση, ωστόσο, δείχνει πόσο μεγάλη είναι η ανάγκη: πέρυσι, περισσότερα από 4.200 νοικοκυριά υπέβαλαν αίτηση για μόλις 104 κατοικίες σε μια νέα οικιστική κοινότητα στα προάστια του Δουβλίνου.
Από τη θεωρία στην πράξη
Από το Βερολίνο και τη Βιέννη έως το Παρίσι, την Πράγα, τη Βασιλεία και το Δουβλίνο, οι ευρωπαϊκές πόλεις δοκιμάζουν διαφορετικές προσεγγίσεις απέναντι στο ίδιο πρόβλημα: πώς μπορεί η κατοικία να παραμείνει προσιτή σε μια εποχή που οι τιμές της γης, τα ενοίκια και το κόστος κατασκευής αυξάνονται.
Άλλες πόλεις επενδύουν στη δημόσια και κοινωνική κατοικία, άλλες κρατούν τη γη υπό δημόσιο έλεγχο, άλλες μετατρέπουν άδεια επαγγελματικά κτίρια σε σπίτια και άλλες προσφέρουν χαμηλότερα ενοίκια σε κρίσιμες κατηγορίες εργαζομένων.
Κοινός παρονομαστής είναι η προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η κατοικία όχι μόνο ως επενδυτικό προϊόν, αλλά και ως βασική ανάγκη των κατοίκων και ως παράγοντας που επηρεάζει τη δυνατότητα μιας πόλης να κρατήσει τους ανθρώπους που εργάζονται και ζουν σε αυτή.


