Ισχυρή δυναμική καταγράφει η ελληνική αγορά βραχυχρόνιας μίσθωσης τον Ιούλιο, με την Ελλάδα να σημειώνει μία από τις υψηλότερες αυξήσεις του RevPAR στην Ευρώπη, καθώς τα έσοδα ανά διαθέσιμη νύχτα αυξήθηκαν κατά 14,3% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της AirDNA για την ευρωπαϊκή αγορά.
Η επίδοση της Ελλάδας ξεχωρίζει σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον όπου το RevPAR αυξήθηκε κατά 7,7% τον Ιούλιο, κυρίως λόγω της ανόδου των τιμών. Στην Ελλάδα, ωστόσο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη, καθώς η αύξηση των τιμών συνδυάστηκε με ενίσχυση της πληρότητας, σε μια αγορά όπου η προσφορά καταλυμάτων συνεχίζει να περιορίζεται.
Διαβάστε επίσης
AirDNA: Λιγότερα Airbnb στην Ελλάδα, αλλά οι τιμές αυξήθηκαν κατά 12,2%
Λιγότερα καταλύματα, περισσότερη ζήτηση
Σύμφωνα με τα στοιχεία της AirDNA, τα διαθέσιμα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 2% τον Ιούλιο σε σχέση με τον ίδιο μήνα του 2025. Η υποχώρηση αυτή συνδέεται εκ νέου με τις ρυθμίσεις που τέθηκαν σε εφαρμογή από τον Οκτώβριο του 2025 και είχαν ως στόχο την αναβάθμιση της ποιότητας των καταχωρίσεων στην ελληνική αγορά.
Την ίδια στιγμή, όμως, η ζήτηση κινήθηκε ανοδικά. Οι διανυκτερεύσεις αυξήθηκαν κατά 1,9%, φτάνοντας τα 2,68 εκατ. τον Ιούλιο. Έτσι, η ελληνική αγορά βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν ευνοϊκό για τους ιδιοκτήτες συνδυασμό: λιγότερα διαθέσιμα καταλύματα να ανταγωνίζονται για περισσότερες διανυκτερεύσεις.
Το αποτέλεσμα αποτυπώθηκε στην πληρότητα, η οποία ενισχύθηκε κατά 1 ποσοστιαία μονάδα και διαμορφώθηκε στο 71,3%.
Πρόκειται για μια σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με την ευρωπαϊκή αγορά. Στην Ευρώπη συνολικά, τα διαθέσιμα καταλύματα αυξήθηκαν κατά 1,9% τον Ιούλιο, ενώ η ζήτηση αυξήθηκε μόλις κατά 0,8%. Ως αποτέλεσμα, η μέση πληρότητα υποχώρησε οριακά κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες, στο 69,2%.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η συρρίκνωση της προσφοράς λειτουργεί προς όφελος της πληρότητας.
Οι τιμές ανεβαίνουν στα €200 τη βραδιά
Η δεύτερη παράμετρος πίσω από την ισχυρή επίδοση της ελληνικής αγοράς είναι οι τιμές.
Η μέση ημερήσια τιμή (ADR) αυξήθηκε κατά 12,8% τον Ιούλιο, φτάνοντας τα 200,35 ευρώ. Η αύξηση είναι αισθητά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπου το ADR αυξήθηκε κατά 8,2%, στα 159,2 ευρώ.
Ο συνδυασμός υψηλότερων τιμών και μεγαλύτερης πληρότητας οδήγησε το RevPAR στα 142,80 ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 14,3% σε σχέση με τον Ιούλιο του 2025.
Η AirDNA επισημαίνει ότι η άνοδος του ADR στην Ελλάδα δεν οφείλεται αποκλειστικά στις αυξήσεις τιμών από τους ίδιους τους οικοδεσπότες. Η εξέλιξη της αγοράς δείχνει ότι παίζει ρόλο και η αλλαγή της σύνθεσης της προσφοράς.
Ειδικότερα, η Ελλάδα κατέγραψε αύξηση 12,8% στο ADR, έναντι αύξησης 7,8% στον Repeat Rent Index (RRI), δείκτη που αποτυπώνει την εξέλιξη των τιμών στα ίδια καταλύματα. Η διαφορά των δύο μεγεθών υποδηλώνει ότι ένα μέρος της αύξησης του μέσου όρου προέρχεται από τη μεταβολή της σύνθεσης της αγοράς.
Με άλλα λόγια, καθώς μέρος των χαμηλότερης ποιότητας καταλυμάτων αποχωρεί από την αγορά, το μέσο επίπεδο τιμών ανεβαίνει.
Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στην περίπτωση της Ελλάδας, καθώς οι ρυθμίσεις του Οκτωβρίου 2025 είχαν ακριβώς ως στόχο την αναβάθμιση της ποιότητας των καταχωρίσεων.
Η άνοδος της ζήτησης περνά στα ακριβότερα καταλύματα
Η αλλαγή της εικόνας της αγοράς γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν εξετάζονται οι επιδόσεις ανά κατηγορία τιμής.
Τα στοιχεία της AirDNA δείχνουν ότι τα υψηλότερης κατηγορίας καταλύματα κατέγραψαν τις μεγαλύτερες αυξήσεις στην πληρότητα.
Στα luxury καταλύματα η πληρότητα αυξήθηκε κατά 4,8 ποσοστιαίες μονάδες σε ετήσια βάση, φτάνοντας το 48,75%. Ακολούθησαν τα upscale καταλύματα, με αύξηση της πληρότητας κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες, στο 56,39%.
Στον αντίποδα, τα budget καταλύματα εξακολουθούν να εμφανίζουν την υψηλότερη συνολική πληρότητα, στο 59,2%, όμως η ετήσια αύξηση ήταν πολύ μικρότερη, μόλις 0,5 ποσοστιαία μονάδα.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η αγορά δεν κινείται ενιαία. Η ζήτηση φαίνεται να μετατοπίζεται σε σημαντικό βαθμό προς ποιοτικότερα καταλύματα, εξέλιξη που συμβαδίζει και με τη γενικότερη προσπάθεια αναβάθμισης του ελληνικού προϊόντος βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Η Ελλάδα ξεχωρίζει στην Ευρώπη
Σε επίπεδο αγοράς, η Ελλάδα ήταν μία από τις χώρες που κατάφεραν τον Ιούλιο να συνδυάσουν αύξηση ζήτησης και συρρίκνωση προσφοράς.
Οι διανυκτερεύσεις στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 1,9%, την ώρα που τα διαθέσιμα καταλύματα μειώθηκαν κατά 2%. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε την πληρότητα και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για ισχυρότερη αύξηση των εσόδων.
Στην Ευρώπη, αντίθετα, η αύξηση της προσφοράς εξακολουθεί να υπερβαίνει την αύξηση της ζήτησης. Τα διαθέσιμα καταλύματα έφτασαν τα 4,18 εκατ., αυξημένα κατά 1,9%, ενώ οι διανυκτερεύσεις ανήλθαν σε 61,68 εκατ., αυξημένες κατά 0,8%.
Το αποτέλεσμα ήταν η ευρωπαϊκή πληρότητα να διαμορφωθεί στο 69,2%, έναντι 71,3% στην Ελλάδα.
Η διαφορά δεν είναι τυχαία. Η ελληνική αγορά βρίσκεται σε φάση αναδιάρθρωσης της προσφοράς, με τις ρυθμιστικές παρεμβάσεις να περιορίζουν τον αριθμό των διαθέσιμων καταλυμάτων, ενώ η ζήτηση παραμένει ανθεκτική.
Ισχυρές ενδείξεις και για Σεπτέμβριο και Οκτώβριο
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία της AirDNA για τις κρατήσεις που έχουν ήδη καταγραφεί για τους επόμενους μήνες στην Ευρώπη.
Η εικόνα δείχνει ότι η ζήτηση μετατοπίζεται προς την shoulder season. Τον Σεπτέμβριο οι διανυκτερεύσεις κινούνται 6,9% υψηλότερα από πέρυσι και τον Οκτώβριο 6%, ενώ η πληρότητα κινείται επίσης ανοδικά.
Η τάση αυτή συνοδεύεται από υψηλές τιμές. Για τον Σεπτέμβριο, το ADR των κρατήσεων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί διαμορφώνεται στα 152,34 ευρώ, αυξημένο κατά 12,9%, ενώ για τον Οκτώβριο φτάνει τα 148,58 ευρώ, αυξημένο κατά 14,3%.
Σε επίπεδο RevPAR, ο Σεπτέμβριος εμφανίζει αύξηση 16,9% και ο Οκτώβριος 15,9%.
Η εικόνα παραπέμπει σε μια ευρωπαϊκή αγορά όπου οι ταξιδιώτες δεν στρέφονται κατ’ ανάγκη σε φθηνότερες επιλογές, αλλά σε διαφορετική χρονική κατανομή των ταξιδιών τους.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αγορά της βραχυχρόνιας μίσθωσης μπαίνει στη δεύτερη φάση της αναδιάρθρωσής της: μετά τη μείωση του αριθμού των καταχωρίσεων, το επόμενο στοίχημα είναι κατά πόσο η υψηλότερη ποιότητα του διαθέσιμου προϊόντος θα μεταφραστεί σε διατηρήσιμα υψηλότερες τιμές και έσοδα.
Τα στοιχεία του Ιουλίου δείχνουν ότι, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, η απάντηση είναι θετική.

